του Αλέξη Τσίπρα


Και ήρθες τώρα εσύ
στην τέλεια παρακμή
να κυβερνήσεις
αυτό το περιπλανώμενο έθνος των αλλοφρόνων
Να φέρεις τα σκάφη στο δίαυλο
Να συγκεντρώσεις τον καρπό
Να συνετίσεις τους ιερείς
Ν’ ανοίξεις τους δρόμους

Μετέωρος ήρθες
Χωρίς ματωμένο στήθος
Χωρίς κλειδιά και άλογα

Αυτό μόνο ήθελα να σου πω
Αλέξιε.
Ήρθες χωρίς δώρα στους Δαναούς

Γιώργος Δάγλας -μαρτυρεί



ντοκιμαντέρ-κατερίνα-γώγου-γύρισμα-IV

      Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011



Χθες, με το τέταρτο κατά σειρά γύρισμα, ολοκληρώθηκε το 90% των συνεντεύξεων του ντοκιμαντέρ Κατερίνα Γώγου - Για την αποκατάσταση του μαύρου. Εκκρεμούν ακόμη οι συνεντεύξεις με τον σκηνοθέτη Ανδρέα Θωμόπουλο, που απουσιάζει στο εξωτερικό, με τον ηθοποιό Γιώργο Κωνσταντίνου, που τρέχει με μια νέα επιθεώρηση, με τον ποιητή Γιώργο Χρονά, ο οποίος έχει ήδη μεταβεί στο Κάιρο για να τιμηθεί με το σημαντικό ποιητικό Βραβείο Καβάφη, και με την τρανσέξουαλ Εύα Κουμαριανού, που το σαββατοκύριακο δεν ενδείκνυται για καμία άλλη δραστηριότητα της εκτός από τις Κούκλες στη Συγγρού.


Σε ότι αφορά την Κατερίνα Γώγου, το θέμα της συνάντησης μας, η Μάρω Κοντού ήταν αναμφίβολα πολύ ανθρώπινη. Αναφερόμενη στη συνεργασία τους στο Η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα του Γιώργου Τζαβέλλα, εξέφρασε τον καημό της που, ούσα πολύ νέα κι εκείνη στη συγκεκριμένη ταινία, δεν φρόντισε να αγκαλιάσει τη Γώγου, να την πλησιάσει και να τη γνωρίσει καλύτερα, σε βάθος. Στο μεταξύ, ο Θρασύβουλος χθες, ελλείψει του κυρίου Αλέξη Καπιδάκη, από βοηθός σκηνοθέτη προβιβάστηκε σε βοηθός οπερατέρ κι έγινε το δεξί χέρι του Θεοδωρόπουλου!


Το γύρισμα συνεχίστηκε στον Χολαργό, στο αυτοσχέδιο πλατό της παραγωγού Τζίνας, ένα τσιγάρο δρόμος απ' το σπίτι της Πλάτωνος, όπου προσέρχονταν ένας-ένας οι επόμενοι καλεσμένοι μας. Εδώ, η μακιγιέζ Ιωάννα Λυγίζου φροντίζει τον σκηνοθέτη Γιώργο Κορδέλλα.


Πολύ χάρηκα που ψήθηκε ο Γιώργος και μίλησε για την Κατερίνα, καθώς δεν το έχει κάνει ποτέ μέχρι τώρα και είναι ένας από τους ανθρώπους που διατηρούσαν πολύ στενή σχέση με τη μακαρίτισσα.




Νομίζω πως η συνέντευξη με τον Κορδέλλα διήρκησε και την περισσότερη ώρα, αφού το "πιάσαμε" το θέμα από πολλές πλευρές: την προσωπική, την καλλιτεχνική, την πολιτική. Και παρά το τρακ του μπροστά στο φακό - καθόλου περίεργο για έναν από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες ελληνικών τηλεοπτικών σειρών - ο λόγος του υπήρξε εξαιρετικά συγκροτημένος, όσο και συγκινητικός.




Τον Κορδέλλα διαδέχτηκε στο πλάνο ο Γιάννης Φελέκης, ο οποίος κοντεύει τα 70 κι εξακολουθεί να παραμένει προσωπικότητα - σύμβολο των Εξαρχείων και του αντιεξουσιαστικού χώρου. Λίγη πούδρα απ' την Ιωάννα κι είμαστε έτοιμοι! Στη χειμαρρώδη ομιλία του, ο Φελέκης έδωσε το πολιτικό στίγμα από το 1974 μέχρι και τον θάνατο της ηθοποιού και ποιήτριας, αναφερόμενος στη σχηματοποίηση του αναρχισμού στην Ελλάδα, στις οργανώσεις - παρακλάδια της άκρας αριστεράς, απ' όπου είχε περάσει και η Γώγου, στα βιβλία και στην ποίηση της (χωρίς νά'μαι τεχνοκριτικός, όπως είπε χαρακτηριστικά) και στη θλιβερή ιστορία της πρέζας, την οποία δεν κατάφερε να νικήσει η Κατερίνα σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.



Εν τω μεταξύ είχε ήδη φτάσει ο ποιητής Γιώργος Δάγλας που περίμενε ν' ακούσει πρώτα τον σύντροφο Φελέκη για να πάρει θάρρος μπροστά στον αδηφάγο φακό. Πολύ καλός ποιητής ο Δάγλας και ένας γλυκύτατος άνθρωπος, για τον οποίο μου είχε πρωτομιλήσει η Στέλλα Βλαχογιάννη. Να βρεις τον Δάγλα οπωσδήποτε αν ποτέ κάνεις το ντοκιμαντέρ για τη Γώγου, μού'χε πει εδώ και χρόνια η Στέλλα! Κι όχι μόνο απλά τον βρήκα, αλλά ο άνθρωπος ήρθε από την Ιθάκη, όπου μένει μόνιμα, για τις ανάγκες της ταινίας, νά'ναι καλά!


Μου άρεσαν οι παύσεις στον λόγο του, καθώς θυμόταν την αγαπημένη φίλη του, εκείνη που τον είχε βοηθήσει να εκδώσει την πρώτη ποιητική συλλογή του στον Ελεύθερο Τύπο του Γιώργου Γαρμπή και που μαζί πορεύτηκαν επί σειρά ετών στην πολιτική, στις συλλογικές ομάδες και στην τέχνη.




Η Βιργινία έφερε και στο χθεσινό γύρισμα τον Αιγύπτιο Ασράφ, ο οποίος διάβασε με τα σπαστά ελληνικά του το ποίημα της Γώγου για τη μοναξιά που έχει το χρώμα των Πακιστανών και μετριέται πιάτο-πιάτο μαζί με τα κομμάτια τους στον πάτο του φωταγωγού.




Μετά το σπίτι του Χολαργού, το τρίτο location ήταν το κλαμπ Γκέτο 22, όπου εμφανίζεται ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Λογικό να μας πιάσει μια νοσταλγία με τον Θεοδωρόπουλο, αφού εκεί είχαμε κινηματογραφήσει και τους Socrates για το Ζωντανοί στο Κύτταρο-Σκηνές Ροκ.



Είναι γνωστό σε όλους όσους μιλάω τον τελευταίο καιρό το πόσο ο ερμηνευτής Βασίλης Παπακωνσταντίνου στήριξε την Κατερίνα Γώγου σε πολύ δύσκολες περιόδους της ζωής της. Ο ίδιος, πάντως, από σεμνότητα - προς τιμήν του - προτίμησε να αναφερθεί στη λογοτεχνική αξία της, στην απέραντη ευαισθησία της και στη διασταύρωση της προσωπικής τροχιάς του μ' αυτήν της Γώγου και του Νικόλα Άσιμου.


Το μαύρο χιόνι (Ελλέβορος, 1999)

ΧΩΡΙΣ

Των πατρικίων και των πληβείων το ένδυμα.
Χωρίς πλοία να διασχίζουν νύχτες τα κανάλια.
Έτσι θα μιλήσω:
Ρακένδυτος μέσα στην πανοπλία μου.


ΧΩΡΙΣ λόγο.

*

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΧΙΟΝΙ, στις παρυφές τον ίσκιων που
γεννάει η λύπη,
σαν οπτασία σ' εξόδους ορυχείων,
πέφτει.
Πέφτει σαν χάλυβας σε καρδιολογικές κλινικές
που για πάντα θα σκεπάσει η λήθη.
Σε πύλες ανακτόρων κι αρχαίους χιτώνες,
πέφτει.
Και ξανά κατεβαίνουν αυτοί:
Σαρκαστές της παγκόσμιας κραιπάλης, αναιδείς
και μιναδόροι
με την έπαρση των αλαζόνων να διατείνονται τη
σωτηρία του γένους.
Περήφανοι, σφίγγουν το χέρι του Τσε Γκεβάρα,
αυτοί
οι μικροπωλητές αυτοκρατόρων.
Οι καλοντυμένοι ισορροπιστές πάνω απ' το δίχτυ.
Σαν τους άλλους τους Γιά και τους Χβέ
ή αυτούς του Μπά και του Κά, δηλαδή.
Κι ο ασκητής, ο προφήτης, το παιδί, θαμμένοι
θα μιλήσουν με φωνή που δεν ακούει αφτί.
Σ' όλους τους ζωντανούς θα μιλήσουν, γιατί ένας
είναι κι είναι χωρίς μάτια,
καθισμένος στις φωλιές των γερακιών,
εκεί που κάποτε ζούσαν άνθρωποι είναι
και ουρλιάζει στις γενιές:
"Τα ορυκτά η έγκυος γη θα διαμορφώσει σε ιδέες,
σε βωμούς,
σε υλικά οικοδομών, σε γερμένα κεφάλια
τ' απογεύματα.
Αίρω το άρμα, εγώ ο εξώλης. Ο άδραστος, δοκώ
αυτά
και επελαύνω χωρίς να κινούμαι".
'Κοινή η τύχη και το παρελθόν που ορίζει. Ο πόνος
επιλέγει το στόχο του.
Ασύνειδοι προβοκάτορες μας έχουν. Επηρμένοι,
μας οδηγούν στην άλωση.
Κάποιος να κόψει γρήγορα το σινικό σύρμα που
σφίγγει τους καρπούς.
Να ελευθερωθεί το μέλλον. Οίχομαι. Οίχομαι'.
Κανείς δεν ακούει.
Από μακριά κατεβαίνουν οι Ιταλοί με cantos κι οι
Γερμανοί με Wagen,
οι Γιάπωνες έρχονται
κι οι άποικοι Εγγλέζοι έρχονται να συναντήσουν
τον τελευταίο κλόουν
του πλανήτη.
Έρχονται να σπείρουν εικόνες, να εξαγοράσουν
φύλακες
να σκύψουν στο παλιό πηγάδι έρχονται.
Κατακτητές και άρπαγες σταυροφόροι, δίχως δικό
τους αμπέλι έρχονται
να ζητήσουν παράσταση απ' τον Τελευταίο.
Όμως αυτός
ντυμένος την ηρωική στολή των επιδέσμων
βαδίζει σκυφτός στο μαύρο χιόνι των λυπημένων,
στο χιόνι που δεν αφήνει ίχνη
γιατί στο χρόνο της στοργής και της επανάστασης
χάνεται,
γιατί στη χίμαιρα έχει τ' όμορφο και τ' απόρθητο.

*


ΑΔΕΙΑΖΕΙ την οργή του ο κάμπος.
Στο ποτήρι των ηπειρωτικών ταξιδιών ζητά την
εξιλέωση.
-Μηδέν κόμμα πέντε
Κραυγές στις στέγες των μοιχών
Χέρια προαιώνια μέσα στα σύννεφα
κρατάνε ευαγγέλια, ψωμί, κρασί
το άπειρο της στιγμής που πόθησαν
και δεν έζησαν.-
Ανοίγουν οι πύλες της μάνας.
Ελαττώνει. Αγγίζει το αρχέγονο του τέλειου ο
άνθρωπος,
γίνεται δέντρο κι όλα τρέχουν μπρος του προς τη
διαρκή επιστροφή.
Αδειάζει την οργή του ο κάμπος.
Σαν ποτάμι νύχτα λευκή κυλάει,
με λόγια ακατάληπτα μιλάει στους λαούς που
λάτρεψαν τη λήθη.
"Μόνο αυτοί που με ποτίζουν θα 'ναι οι εκλεκτοί,
και τα μαλλιά τους θα μακρύνουν πολύ, και θα δουν
τους προγόνους
ξανά
και τα δάκρυα σα βράχους να πέφτουν
στα παγωμένα καλοκαίρια των αμετανόητων.
Κι η επιφάνεια θα γίνει χώμα και το χώμα θα γίνει
σώμα
και θα κινήσει το σύμπαν στην τρομαχτική πορεία
των μυρμηγκιών
και της ανάστασης.
Γιατί αυτό πρόκειται να συμβεί
όταν με βλέπετε να γίνομαι έρημος στους
τροπικούς.

*


ΣΚΟΡΠΙΖΕΙ φωτογραφίες όταν ο άνεμος ουρλιάζει
στα μπαλκόνια.
Αρπάζει μωρά και κρύβεται σε αποθήκες
πυρομαχικών.
"Ο τρελός", λένε. "Ο τρελός θα μιλήσει,
θα ανέβει".
Και συνάσσεται με δέος το πλήθος ν' αφουγκραστεί
τα βήματα του μέλλοντα αιώνα.
Και σπρώχνουν οι βασιλείς τις πέτρες.
Και ρέει το αίμα των ιερέων.
Τα τελευταία τους κέρματα μοιράζουν
Είναι έτοιμοι.
Μπαίνουν στην ομίχλη του άλλου όταν σκυλιά
λυσσασμένα ορμάνε στην πόλη.
Κατεβαίνουν τα σκαλιά της αποβάθρας
-πληγωμένα πουλιά, ξεχασμένοι ρεμπέτες
αισθήματα βουτηγμένα στη λήθη
ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΕΚΕΙ-
Στο πιο ψηλό κατάρτι ανεμίζει-
τα μάτια του στη θάλασσα πετάει.
"Φτάσαμε", λέει
"Χαρείτε για το τέλειο που δεν θα 'ρθει ποτέ.
Είστε οι νικητές του ανέφικτου, οι κωπηλάτες της
ουτοπίας
τα καμένα αρνητικά του εφιάλτη σας.
Ελάτε να περπατήσουμε στο νερό".
Μια γενιά γεμάτη ρίγος
κούμπωσε το σακάκι της
κι επέστρεψε στην εργασία της.
Όλοι κοιτάζονταν λοξά.
Τυφλοί στους ιμάντες συναρμολόγησης
πέθαναν, προτού πεθάνουν.
ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΕΚΕΙ
Στο πιο ψηλό κατάρτι, ανεμίζει.
Οπτήρας μιας κοινότητας ευτυχισμένων
που δεν θ' αντικρύσει ποτέ.

*

DURUTI
Όπως το μισάνοιχτο τραγούδι στον αέρα
στα σύνορα
στις έδρες των δικαστηρίων και των καμπαρέ.
Θ' άνοιγαν το πουκάμισο στις τρυφερές παρά¬νομες συχνότητες.
Θα συναντούσαν το όραμα στη μέση του κόσμου.
Αυτοί, που η ερωμένη του πάπα τους οδηγούσε
σαν υπνοβάτης στην αιώνια έξαρση των κοσμικών.
Θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι τα Πυρηναία.
Ντυμένοι στα μαύρα.
Ζητώντας τους διεθνείς συντρόφους στα επιτελεία
των καπηλειών.
Στο σίδερο και την πέτρα.
Αυτοί, ποπουλάροι και ρέμπελοι
στον διαρκή έρωτα
στη διαρκή επανάσταση
θ' άνοιγαν και θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι
το Γράμμο και την Κροστάνδη,
αφήνοντας πίσω
ανθισμένες φυλακές
πυρπολημένα νομοσχέδια
ανθρώπους με μικρά ονόματα
και μεγάλη καρδιά.
Γιατί ήξεραν ν' αγκαλιάζονται σφιχτά.
Να πεθαίνουν και να σκοτώνουν μ' ένα γέλιο.
Αυτοί, που δεν τους λύγισαν παρά τα μάτια των
παιδιών
περιφέρουν ακόμα το προαιώνιο γιατί
περιφέρουν τρεις χιλιάδες συναπτά έτη τη
φωτογραφία
του Buenaventura, ρωτώντας:
-Είδατε πουθενά τον φίλο μας;

*


ΟΙ ΓΕΝΝΑΙΟΙ
Θέλω να μιλήσω γι' αυτούς,
τους γενναίους του σύμπαντος, που
στους ερημικούς ναούς μετατρέπουν τη στιγμή σε
αιωνιότητα, το θάνατο σε ασήμαντη λεπτομέρεια,
το δέντρο σε παιδί.
Ύστερα πάλι, κοιτώντας τους χλωμούς καθρέφτες
των προθάλαμων, τους διωγμένους και τους
μαχαιρωμένους,
σκέφτομαι:
Αξίζει αυτή η διαδικασία συντριβής;
Ή όπως λένε στα βουνά για τον ετοιμοθάνατο
συγγενή: "ένα μήνα θα ζήσει, πιάστε το χορό".
Ύστερα πάλι το ξύλο. Γιατί ο φοίνικας;
Οι παλιές μας αγάπες.
Γιατί συνεδριάζουν στον πάτο αυτού του πηγαδιού;
Τι ωφελούν τα απλά λόγια του νεκρού πάνω απ'
το κρεβάτι των κληρονόμων;
Ας μου δοθεί συγχώρεση από το σύνταγμα των
ημερών.
Δεν έχω άλλη δικαιολογία απ' των μικρών παιδιών:
"Δεν το 'θελα".
"Το ήξερες ότι δεν έπρεπε";
"Ναι, το ήξερα".

*
ΜΑΝΑ ΝΥΧΤΑ
Πλησίασε να καταθέσει τον πενιχρό της οβολό
στα πέτρινα χέρια των αγνοούμενων.
Εν μέσω αρχαγγέλων κι ανταρτών.
Με φανταχτερό διάδημα και κόκκινο βελούδο.
Οπλισμένη.
Ξυπόλυτη και ξάγρυπνη.
Πλησίασε ευλαβικά η μάνα νύχτα
κρατώντας την ανάσα στην προσμονή
της έκρηξης.
Πλησίασε κι έβαλε το λαιμό της
κάτω απ' το λεπίδι των γνωστικών.
"Ας έρθουν τώρα". Είπε.
"Ας έρθουν οι υπάλληλοι. Ας έρθει η πουτάνα η
μέρα.
Από την Ιθάκη ας έρθουν. Κι από την Πέλλα.
Εγώ θα χωθώ, να κοιμηθώ λίγο, εδώ,
στις τσέπες των πουλημένων, των προδομένων,
των σακατεμένων απ' αγάπη. Ας έρθουν".
Απομακρύνθηκε. Άφησε πίσω τον τόπο του
κρανίου.
Του κρανίου που σήμαινε:
Έτσι θα δοθείς στην κοινωνία. Ούτε λογοτεχνικά
άλλοθι, ούτε έρωτες θα σε σώσουν. Όπως οι
πρωθύστεροι
και οι μετέπειτα θα συρθείς στη δίνη μου.
Στο προσωπικό μου κενό θ' αφομοιωθείς.
Απομακρύνθηκε.
Πίσω,
σαν κομμένη ουρά φιδιού, σφάδαζε το πάθος.

*


ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟΥ ΑΥΤΟΧΕΙΡΑ
Ανοίγω τον στρόβιλο των νεκρών ημερών.
Εκλιπαρώ το τρύπιο βλέμμα.
Γιατί να υπάρχει απάντηση; Λόγος και δίκη;
Εξομολόγηση και συνέχεια;
Στα όρφα δάση και στις μουσικές, τυφλός μάς
οδήγησε.
Γνωστικός κι άγνωστος.
Κι εμείς φύγαμε.
Για τη χώρα με τα πλοία και τις αρένες φύγαμε.
Για κει που υπάρχει τέλος.
Συνομιλίες στα υπόγεια ναυάγια ακούω όταν
εσείς υπαγορεύετε στη γραμματέα σας.
Τη μαγική δεξίωση του βυθού με ορχήστρες
πουλιών
αγναντεύω.
Είναι αλήθεια. Σ' άλλον κόσμο ανήκω.
Δεν πεθύμησα την κυριαρχία. Γνώρισα τη μεγάλη
αιώρηση.
Ακολούθησα την πορεία μου στο γλυκό κενό και με
τράβηξαν πίσω.
Στον πλανήτη των μολυσμένων μ' εναπόθεσαν.
Με τους βάρβαρους του σύμπαντος που εξόρισαν
στη γη,
να περιστρέφομαι αέναα, χωρίς γαλήνη.
Ν' αναπαράγομαι και να παράγω την ιλύ και την
εξουσία έως τριγμού
οστών.

*


PROVA GENERALE
Έρμα στον ωκεανό της αδηφάγου ψυχής μας.
Στον κυκεώνα των αισθημάτων σαν τη φωτιά παίζει
η ζήλεια, χωρίς ποτέ να πλησιάσει εκεί που έχει
το μάτι του
ο κυκλώνας.
Εκεί που τρεμοσβήνει με κίνδυνο το κερί των
νεκρών
και το αγαπημένο των θνητών.
Ναι,
Θα έρθουν οι παράφοροι. Θα μας λύσουν απ' αυτά
τα κατάρτια.
Θα μας οδηγήσουν στο αχαλίνωτο που δεν έχει
προσφορά
και ζήτηση, όρια, και όρους ανταλλαγής.
Θα υψωθεί ξανά το δάσος και θα χαμογελάσει η
έρημος.
Απερίσπαστοι θα βαδίσουμε στο όρος.
Ελευθερωμένοι από τα άρθρα και τις αιτήσεις
αδειών.
Εκεί που τα νησιά γίνονται γαλέρες και τα μάτια
απάτριδα πουλιά.
Θα μπούμε στο τραγούδι όταν κυλάνε οι δρόμοι
Κι ανοίγουν οι ορίζοντες την πύλη της αιωνιότητας.

*


Τότε, στην Ιερή Πέτρα
του Λιβυκού την όστρια
αφουγκράστηκα,
Τον ήχο της μέδουσας
της σφίγγας
της ξεδοντιάρας νύχτας
της πουτάνας αγάπης.
Τα βήματα του μαυραγορίτη έρωτα
άκουσα,
στις πιάτσες των πρεζάκηδων,
στα δωμάτια - κελιά θρησκευόμενων κοριτσιών
στο Άργος και στο Μεσιανό
μάσκες να μεταπωλούνται είδα.
Το άγνωστο πλοίο.
Στο δάχτυλο του γέροντα το δαχτυλίδι, είδα.
Είπα:
Βαλένθια, Μπιλμπάο, Σαν Σεμπάστιαν.
Στο πατάρι του κόσμου
μια παρέα πίνει κρασί
χορεύει και γελάει.
Ένα τρένο χωρίς γραμμές περνάει απέξω.
Λέω, τώρα,
Εδώ θα φιλήσω το αίμα.
Εδώ τη νύχτα θα ξεχάσω.

*
ΠΡΟΑΙΣΘΗΣΗ
Οι φυλακισμένες εκδοχές
κατηφόρισαν την οδό του σκοινιού
έρμαια των μηχανών και των λακτισμάτων στους
αγωνιστικούς χώρους.
Και λυπήθηκαν το νερό, τη βαρβαρότητα
και τη χαμένη εφηβεία του Τιτανικού.
Και ορθώθηκαν στα βάθη.
Αυτές που είπαν "Δωδώνη - Μαρία"
και "Ελένη των κάστρων",
νύχτα του σταυρού καραδοκούσαν.
Κι έτρεχαν όλοι να κρυφτούν.
Φοβισμένοι κι ενδεείς,
ανιδιοτελείς. Ανυπεράσπιστοι.
Οι πιο ευάλωτοι τρύπωναν σε ιερές μονές
σ' ετοιμόρροπα ταβερνεία
κι ακατανόητα βιβλία.
Το άδειο πλοίο ερχόταν.
Σαν τρένο σφύριζε κι ακυβέρνητο ήταν.
"Μια λιτανεία, μια λιτανεία", ούρλιαξε το πλήθος
σκίζοντας τα ρούχα του.
Ήταν αργά.
Άνοιξε η πόρτα και δεν ξαναμίλησε κανείς.
Μπήκαν αυτές που καραδοκούσαν.
Και καταργήθηκε η αγάπη,
η αντάμωση, το παλιό κρασί τα χειμωνιάτικα
βράδια.
Και τ' αθόρυβα μάτια δεν έρχονταν πια.

*


Η ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΤΟΥ ΜΙΣΟΎ ΒΗΜΑΤΟΣ
Ανεμίζανε οι βάρκες των ηρώων στη μοναξιά του
κενού.
Κι όλοι, είδαν το άσπρο πανί και παραδόθηκαν.
Και δάκρυσαν τα πέτρινα δάση και τα όμορφα
όρνεα.
Και χύθηκε το οινο- πνευμα.
Και γέμισαν τα μονοπάτια διωγμένους και
μοναχούς.
Κι έκλεισε λυπημένη τις φτερούγες της η Αντιόχεια.
Απομακρύνονταν χωρίς λόγους.
Μια απλωμένη εφημερίδα έκρυβε τα πάντα.
Σκυφτοί και διπλωμένοι.
Με ξεραμένα χείλη και ρούχα.
Χωρίς τον ήχο των κυμάτων.
Χωρίς την αφή του μύθου.
Κανείς ποτέ δεν θα καταλάβει.
Κανείς ποτέ δεν θα φτάσει εκ εί.

*


Έτρεχε με μάτι αγριεμένο.
Τρίχα ορθή. Αλαφιασμένη στο κεντρικό
πλακόστρωτο της Ρώμης.
Λόγια ακατάληπτα και μυστηριώδη έβγαιναν σαν
αφρός απ' το στόμα της:
"Στην Αίγυπτο, στην Αίγυπτο. Καίγονται τα
όνειρα.
Λυγίζουν τα λιμάνια, σταυροφόρε. Γουρούνια
διοικούν το θόλο.
Καίγονται τα όνειρα".
Διεκδικώ την απόλυτη μοναξιά.
Στις σκήτες. Στις κρύπτες των αλχημιστών. Στην
έρημο και στον πόλο.
Είναι πίσω μου και ουρλιάζει. Με δείχνει μ' ένα
χέρι κόκκινο
σαν φωτιά. Βγάζει φλόγες. Ανοιξε, γη. Ανοιξε!
(Απαρνημένος και καταραμένος κρύβομαι σ' αυτή
την πόλη. Εξόριστος
κι ιερόσυλος. Σχεδόν γυμνός και σίγουρα βρώμικος.
Πάντα πιωμένος.
Δεν υπάρχει ταβερνιάρης που δεν με ξέρει, που δεν
μου λέει τον πόνο του κλαίγοντας.
Δεν υπάρχει σκυλί αδέσποτο που δεν μου κούνησε
την ουρά του. Οι πέτρες
δεν θα μ' ανεχτούν πολύ ακόμα).


Ανακάλυψα την πλήξη των ηρώων. Το μεγάλο
ελάχιστο.
Ύστερα, τον καιρό της παλίρροιας, έγραφα αυτά.
Και ξανά η πτώση
των άδικων χρόνων. Τώρα στη Ρώμη, η ακατάσχετη
επιθυμία της διήγησης.
Έλεγα λοιπόν γι' αυτή τη γυναίκα- φάντασμα:

Έτρεχε με μάτι αγριεμένο.

*


ΑΝΟΙΞΗ
Σκοτεινιάζει στα δέντρα
Και περνάνε γρήγορες μηχανές.
Είναι η γη.
Είναι φωτορεπόρτερ ριγμένοι στα πηγάδια,
και τα σαρκοβόρα φυτά των αντλιωρών.
Είναι πουλιά με πατερίτσες
και το θρόισμα των νυχτικών.
Είναι που ξημερώνει
καθώς το φιλί και το νερό
Είναι ο ήλιος ...έρχεται.

Ησυχάστε.


*


ΤΟ ΠΡΩΙ
Το πρωί είναι σκουπίδια και νυσταγμένα μάτια
που σκορπίζουν οι γάτες στο στίβο.
Οι εργάτριες των πλαστικών είναι αγκαλιά με
τους ροκ τραγουδιστές πλάι στις γραμμές του
τρένου.
Πλοία που επιστρέφουν, στρατιώτες της όρθιας
μνήμης, το ένα μάτι του φυλακισμένου που άλλαξε
θέση με το άλλο για να μη δει ποτέ την ευθεία
γραμμή.
Ναι, είναι οι επιμελητές Α' έξω απ' την πόρτα μας
οι δικαστικοί κλητήρες κι οι γονδολιέρηδες των
κεντρικών οδών.
Είναι αυτοί που πλανήθηκαν τόσα χρόνια και μια
νύχτα στην εμμονή του πάθους, στη λύσσα του
αμείλικτου δάσους και κάθονται τώρα στο
τραπεζάκι
της κουζίνας μας μ' ένα ποτήρι στο χέρι.
Η μυρωδιά των κλειστών γραφείων και τα φύλλα
των ημερολογίων, είναι:
η ανομολόγητη φυγή, ταξίδια και όνειρα και λόγια
ασυνάρτητα παρηγοριάς
πόνου απ το άγαλμα της Αθηνάς που αιμορραγεί.
Το πρωί είναι σκουπίδια.

*


ΑΣΥΛΟ
Στις άθλιες πόλεις.
Τις μίζερες συνοικίες και τα σαλόνια των ηθοποιών.
Σ' αυτή τη νύχτα που δεν έχει τέλος.
Απ' τη χαραμάδα του κόσμου ακούω τους
ήχους του μπουζουκιού
Πιάνω τα χέρια της Αστυπάλαιας.
Βλέπω τα μάτια που πνίγονται.
Αυτό το άσυλο σχιζοφρενών ήταν η κατοικία του
παρελθόντος.
Το αόρατο μουσείο της λήθης.
Τα άλλοθι και τα λόγια
που δεν είπαμε ποτέ
κεντημένα στα κλειστά μας βλέφαρα.

*


ΠΑΡΑΦΟΡΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
Η αμεσότητα του κενοταφίου
σκληρή γης που
χώρισε την ευτυχία.
Είναι η μεγάλη καλλιτέχνις Σάρα Μπερνάρ
ανοίγοντας τη μνήμη μου στ' αντίστροφο
των αιώνων.
Είναι όλη η σκηνή:
Κερί που τελειώνει
πλάι στην κεφαλή του Ερμού
ψιθυρίζοντας:
Μη μόναν όψιν νίψον ανομήματα ...

*

Στο παλιό ξενοδοχείο της οδού Ζήνωνος
ο ανακριτής.
Στα γύρω στενά, με το δάχτυλο στην πληγή
οι εκτοπισμένοι
οι ερωτευμένοι χωρίς αντίκρισμα
οι ποιητές χωρίς πέννα.
Παρών ο πρόεδρος Ρούζβελτ κι ο Αλέξαντρος
Καπόνε.
Παρατηρητής της κοινωνίας των εθνών
ο ρεμπέτης Γιώργος Κατσαρός.
- Θα ρωτήσω για τελευταία φορά.
Δεν θέλω ούτε αίμα ούτε ημερομηνίες.
Ήταν ο κομισάριος;
- Μάλιστα κύριε.
- Η ξανθιά;
- Ήταν η Μαίρυλιν.


*


Είδα τον Αντρέα.


Τη νύχτα που το vertigo πήρε την εξουσία.
Είπε: "Λι. Λα" κι αμέσως μετά: "Λω . Ρε".
και την άλλη μέρα: "ΑΑ α γγε".
Και λέω: γιατί θεέ μου των κατακλυσμών
της άμετρης μπύρας της πανίδας της χολέρας
των τρελών, των σεισμών, των χαμών,
γιατί το Ναύπλιο;
Γιατί να πεθάνουμε;
Σας μιλάω ειλικρινά.
Είδα τον Αντρέα Αλιμαντήρη.


*


Το πίσω των ματιών μας είναι οι λέξεις..
Ευαίσθητες κι ανελέητες.
Μορφές απελπισμένων σε παράθυρα τρένων
Οι δίνες της πιο όμορφης θάλασσας.
Οι οδύνες της πιο μεγάλης αγάπης.
Πιστέψτε το όταν υποχωρείτε λυπημένοι
όταν συμβιβάζεστε, όταν ζείτε από υποχρέωση
όταν ζητάτε άδεια απ' τον προϊστάμενο σας
θυμηθείτε,
Είμαι μαζί σας.
Αφήνω όλες μου τις δουλειές
λύνω τα σχοινιά μου κι έρχομαι.
Ακούστε το κλάμα του θηρίου
την ώρα της αναχώρησης
το οπλισμένο μωρό
όταν ο έρωτας φύγει, δείτε
δείτε το αίμα στον ωκεανό
κι ανοίξτε την πόρτα.
Θα μπω να πιούμε μαζί ως την καινούργια άνοιξη
Γιατί κι εγώ χρόνια σ' αυτή την πέτρα κάθομαι
και πίσω, φοβάμαι, με φέρνει το ρεύμα.
Με δυο λόγια: Είμαι δικός σας.


*


ΑΛΚΟΟΛ
Άλλαξε διεύθυνση.

Κι έκλεισε τα καινούργια πουκάμισα στη ντουλάπα.


*


Στη στέγη του κόσμου
-ντυμένος στα μαύρα
μπροστά, αστράφτουν μαχαίρια
ανοίγουν ασκοί του πόνου
κλείνει το μάτι χτυπάει το χώμα σηκώνεται
κλαίει, το αίμα, το γιατί το ένα πόδι χάνεται
απότομα γυρίζει, τυφλώνεται, ψελλίζει, αγριεύει,
κρατιέται
στο πλάι, πέφτει στο παρά, σπάει το γυαλί, πνίγετ
κύματα βουνά, τα χέρια του θεριά ανήμερα, δεμένα
μ' αλυσίδες, καράβι ακυβέρνητο η καρδιά του,
φυλακισμένη η ζωή του, πυρπολημένα τα καπηλειά
του
-Σιωπηλά γεμίζουν τα ποτήρια.
Μια όμορφη γυναίκα θυμάται την αγάπη.
Χορεύει ο Ιωάννης Μαρμάρης ζεϊμπέκικον.
Ψυχές παραπατάνε
στο μακρινό Σεχίρ.

*


Τον είδα,
έφευγε κρυφά
Την ώρα που όλοι συναθροίζονταν.
Σκυφτός με άφαντη μορφή.
Σα να φοβόταν το φως,
τους ανθρώπους,
τα λάμδα και τα θήτα,
την ήττα των ματαιοπονούντων,
αυτός σα να την κουβαλούσε.
Στη φυλακή του, σκέφτηκα, θα λύσει τη φωνή.
Πρέπει να τον ακολουθήσω.
Στα ύφαλα των βουνών.
Στην αθέατη κοιλάδα.
Είδα τη φωτιά και το πλοίο.
Τον είδα:
Κάρφωνε τα ξύλα και στοίβαζε τρόφιμα.
Βούλωνε τ' αυτιά του με βουλοκέρι.
Το βουητό του πλήθους πλησίαζε.
Ο τυχερός, είπα,
Αυτός μονάχα θα βλέπει το χαμό.


*


Αλκοολικές πουτάνες
από σας κρύβομαι
για να γράψω.
Φοβάμαι την αλήθεια σας
Τα πέτρινα μάτια σας.
Τρέμω στη σκέψη πως θα δω τα ερείπια σας
κατοικίες αποδεκτών πολιτών.
Σας αγαπώ,
γιατί δεν έχετε άλλοθι
γιατί πέρασε πάνω σας
η χιονοστιβάδα του κόσμου
και υψωθήκατε γενναίες στους ουρανούς της πόλης
Ομορφιές μου
ακόμα ανασταίνεστε
στ' άθλια καπηλειά
και στις τρύπες των ποντικών
πίνοντας και βρίζοντας
κάτω από μια "φωτογραφία" του Χριστού.

*


ΕΤΣΙ
Όπως ακριβούς σου το λέω:
Στέκεται αντίκρυ στο τρένο
με τα πόδια ανοιχτά
καταμεσίς στον κάμπο.
"Έλα", λέει,
κι ύστερα,
σαν περάσει απέναντι
χορεύει μπλουζ και γελάει.
‘Ό έρωτας είναι ένα βεγγαλικό’, λέει,
κι ανάβει τσιγάρο.
Φτύνω.
Προχωράω σύρριζα στα θέατρα και τα πορνεία.
Τραγουδάω φάλτσα.
Ο έρωτας είναι η ζωή μας,
λέω.


*




Η Κυρήνεια φτάνει στο λιμάνι της Νέας Υόρκης.
Αυτά που τα τεύχη του νευρικού συστήματος
δεν ανέγειραν ποτέ
θα παραλάβει τώρα.
Παύλα 25
δεν υπάρχει θάνατος.
Μπροστά μ' αργά βήματα
ρακοπότηρα να σπάνε
το τώρα είναι ποτέ στην ύψωση.
Η Κυρήνεια
αξιόπιστε μάρτυρα Λάζαρε
είναι το άυλο σώμα στην ομίχλη.
Είναι Ιορδανία και όρη.
Είναι ο πλους του καταραμένου
στον σκοτεινό πλανήτη.

*


"Αφήστε", είπε,
"θα οδηγήσω εγώ.
Με λένε Τάσο.
Με λένε Τάσο Ισαάκ
και ζω στη νεκρή ζώνη.
Είμαι υπάλληλος της εθνικής σας ασφάλειας.
Είμαι η ανάπηρη συνείδηση σας.
Η κατεχόμενη αγάπη σας.
Είμαι Πόντιος, Κούρδος, Κύπριος
Τρεκλίζω στο χάρτη
έχω μια μεγάλη μηχανή και μ' αρέσει να ψαρεύω.
Θα σας δείξω το μονοπάτι
που δεν θα μάθουν ποτέ οργανισμοί και πολιτικοί.
Ύστερα και για πάντα
στην παγκόσμια αλάνα θα παίζω
Με λένε Τάσο και ξέρω το δρόμο
Με λένε Τάσο Ισαάκ
κι είμαι λευ ελ λευτ
εδώ είμαι


μέσα σας
*
                   Καντάτα για μια κηδεία
                              (υπό έκδοση)
 (ημιτελής, πρόχειρη ανάρτηση, ζωγράφισε η milena zarova)




Τις γυναίκες που αγαπήσαμε
    και χάθηκαν ξαφνικά
βρήκαμε ξανά σ' έρημους δρόμους
να πλανιούνται
χωρίς μιλιά
με κομμένα χέρια
μ΄ ένα σαλεμένο παιδί να τις ακολουθεί
και μ΄ έναν λογιστή για τους λογαριασμούς.
Τις συναντήσαμε τυχαία
στους προθαλάμους των ψυχαναλυτών
στα εκδοτήρια εισιτηρίων
σε εφημερίδων τα μονόστηλα-
αλλοπαρμένες, βρίζοντας σύμπαντα
να ζητάνε πίσω τα χρόνια τους
Να σταματήσει επιτέλους η αναμονή αιώνων

Τις γυναίκες που κλείστηκαν
μια νύχτα του καλοκαιριού
στην ατελείωτη τη φυλακή του πόθου
και χάθηκαν για πάντα
Αυτές, τις αντικρίσαμε στην άκρια της γης
ν' ακροβατούν στο κρεμασμένο το χαμόγελο
                        ---

Κατέβαινε τα βουνά της Ήπειρος
ο Σπύρος ο Αλέβροντας
πετώντας αψηλά το ντέφι του
κρατώντας τη ψυχή του παραμάσχαλα
Σκιές αντάρτικες
της τέχνης και του πόνου μάστορες
του Αχέροντα περαματάρηδες
με τσίπουρο στο χέρι.
Προχώρα, Σπύρο Αλέβροντα
του φώναζαν
Προχώρα
Κι αυτός κατέβαινε
δίχως να την ακουμπάει τη γη
ακροπατώντας στις μυτερές τις πέτρες της ιστορίας
από τη μνήμη ως τη λήθη φτερουγώντας
χωρίς να ανήκει
χωρίς να υποτάσσεται.
Κατέβαινε τα βουνά της Ήπειρος
ο Σπύρος ο Αλέβροντας
με το κεφάλι αψηλά
                   ---

Όταν ξυπνάνε τα ξωτικά της αγάπης
πεινασμένες αγέλες λύκων
κατεβαίνουν στους άνυδρους αμμόλοφους
ψάχνοντας απελπισμένα
την επιθυμία και την άρνηση
στα αρχέγονα τα στήθη σου
Παραδίνεσαι τότε
στην οργή του πέλαγου και στην οργή του κήτους
Οδεύεις στον γλυκό βυθό
όταν ραγίζουν τοίχοι
από κραυγές αμέτρητων παιδιών
Λύνεις χορεύοντας τον ομφάλιο τον λώρο σου
Χιλιάδες θίασοι εισβάλουν στο κορμί σου
Ουρλιάζουν
Ζητούν δικαιοσύνη

Όταν τα ξωτικά του πάθους/
όλα τα ηφαίστεια του κόσμου
χύνουν καυτά τη λάβα μέσα μου,
γεμίζω τα κρανία των βαρβάρων
με το κρασί της τρέλας
και πίνω την τελευταία τη σταγόνα σου
                    ---

Όταν βρεθούμε πάλι
μέσα σε καφενεία σκοτεινά
με τους μοναχικούς ανθρώπους
και τα βασανισμένα μάτια,
εκεί       στους δρόμους τους παλιούς
που όρισε το αίμα και η άρνηση
Όταν βρεθούμε
ένα μαχαίρι θα χαράξει
το σώμα της ανήσυχης της μνήμης
                    ---

Αυτό το σπίτι
ήταν πάντα εκεί.
Πολλά χρόνια.
Παλιό, μουντό, γενναίο.
Κι ακόμα εκεί το βλέπω
Αλλοπαρμένο, μόνο, λυπημένο
Κι αυτοί, όποιοι στα σωθικά του αντριέψανε
ωσάν από τα μέσα μας διαβάτες
όταν διασχίζαμε τη ζήση
από τη ίδια αόρατη την πόρτα δραπετεύσαν
Τώρα που ξαναβλέπω αυτό το σπίτι
καταλαβαίνω
το πικρό το τέλος της αιωνιότητας
                     ---

Δέντρων κορμιά
σε μακρινά ποτάμια ώς εδώ
που κύλησαν
Άγνωστοι
που χτύπησαν βράδυ τη πόρτα μας
και δεν ανοίξαμε
Λύκοι που πέθαναν από τη μοναξιά
σε πόλεις άγριες
Τυφλά πουλιά
πάνω απ' τα νησιά που ονειρεύτηκαν
Κορμοί δέντρων σ' ορμητικά ποτάμια
του κόσμου ετούτου
οι χαμένοι
                     ----

Πίσω μας έρχονταν
στενάχωρα παιδιά,
σκυφτοί ανθρώποι με σβησμένα μάτια
Τα ηνία κράταγε
μάντης ρακένδυτος, χαμένος
με λογικά αναξιόπιστα
Εμείς
οι τελευταίοι εναπομείναντες
της μεγάλης στρατιάς των σαλτιμπάγκων
κρατούσαμε ευλαβικά τον πάπυρο
τις οδηγίες
για το στήσιμο των καινούριων σκηνικών
               ---

Εγώ
ο που τεμάχισα
της μοναξιάς το σώμα
ορίζομαι τώρα
από τα οδοσήματα
ώς τους φάρους που αγάπησαν
τα μάτια τα πνιγμένα
Στις αίθουσες των δικαστηρίων
ταξινομώ προσεκτικά
τα πειστήρια της ενοχής μου:
Ανεπίδοτα γράμματα
Φάλτσα τραγούδια
κι έναν καθρέφτη μαύρο
                 ---

Μη κατηγορείτε τους αδερφούς μου
Στράγγιξε το αίμα τους
τόσα χρόνια στους βάλτους της πόλης
στους προθαλάμους των υπαλλήλων
στα λατομεία της πίκρας
στις πλώρες ακυβέρνητων πλοίων
Η καρδιά τους ράγισε
στο βάρος της αγάπης
στη θέα των εκτελεσμένων συντρόφων
στις κλειστές πόρτες των φίλων
Μην κατηγορείτε τους αδερφούς μου.
Στράγγισε το αίμα τους
               ---

Σε περίμενα
μες στου μυαλού μου τις υπόγειες τις σήραγγες
οπλισμένος
παγιδευμένος με σωρό εκρηκτικά
κρατώντας όμηρους τα νόθα τα παιδιά σου
Σε περίμενα
δεμένος με αλυσίδες
στα παρασκήνια των κρατικών θεάτρων
κραυγάζοντας άναρθρα λόγια
αγάπης και απελπισίας
Ξερνώντας την άρνηση σε ωκεανούς
από αλκοόλ
ψάχνοντας με αγωνία
τα ξεσκισμένα μέλη μου
στη φωλιά του θηρίου
Σε περίμενα στις μεγάλες παραλίες
..................................................
               ---

Οι άσωτοι εραστές
των κούφιων χρόνων
πνιγμένοι στο κρασί και την αμαρτία
κρυμμένοι στα μάτια των τυφλών
τη μάταιη εξέγερση ονειρεύονται
Ηττημένοι και περήφανοι
ψάχνουν να ‘ βρουν γωνιά για να ξεράσουν
συμβιβασμούς και συμβόλαια.
Διωγμένοι από τα δόγματα
έρημοι στους εξώστες
αποτυχημένων παραστάσεων
περίμεναν να λάβουν
εκ του μη έχοντος μέλλοντος
τη γενναία ανταμοιβή του τόσου πόνου
                                    ---

Δεν θα μιλήσω ξανά
για μικρά λιμάνια
κι έρημους ανθρώπους
           Στους στενούς δρόμους της πόλης θα χωθώ
           μ’ αδέσποτα σκυλιά να περπατώ
           χωρίς τα μάτια.
Δεν θα μιλήσω ξανά
για πόρτες κλειστές
και για διωγμένα παιδιά.
           Στην άκρη της γης θα σταθώ
           μονάχος
΄          την απέραντη νύχτα να κοιτώ
           χωρίς μνήμη.
Δεν θα μιλήσω ξανά
                        ---

Είμαι στην έρημο γυμνός
και χορεύω.
Ανοίγω την αυλαία στο απέραντο
Αμέτρητες πόρτες
με οδηγούν η μια στην άλλη
Εξόριστοι ποιητές,
παιδιά που χάσανε το δρόμο τους
και παραδέρνουν ματωμένα
ψάχνοντας για λιμάνι.
Είμαι εδώ.
Κάτω από τα φωτισμένα παράθυρα
σάπια σκαλοπάτια
κι αλλόφρονες έρωτες.
Σακατεμένα όνειρα
αριθμομηχανές που τρελάθηκαν
ζωγράφους που εκλιπαρούν τους πίνακές τους
                   να ζωντανέψουν.
είμαι εδώ, στη μέση της αρένας
Στων τελευταίων την ελπίδα ν’ ακροβατώ.
                        ---

Ξαφνικά,
ένα αφηνιασμένο άλογο
μπήκε στην αίθουσα.
οι κυρίες ούρλιαζαν,
οι πολυέλαιοι έσπασαν.
Μες στο σκοτάδι,
κάποιος μας φίλησε τρελά.
Όμως,
οι πολυέλαιοι έλαμπαν
οι κυρίες στροβιλίζονταν σιωπηλά,
και στη μέση ενός όμορφου λιβαδιού
ένα άλογο,
κοιτούσε αδιάκριτα το σούρουπο
                        ---

Νύχτες είναι
 φυγής κι οπισθοχώρησης.
 Μοναχικές. Στα παράθυρα των αιώνων.
Απέναντι σ’ ανήσυχους δρόμους.
 Σε τρομαγμένα στενά.
 Σ’ αφύλακτες διαβάσεις.
                 Το πλήθος βλέπω,
                 με δεκανίκια να μπαίνει στην αρένα
                 να βγαίνει από τα ερείπια
                 να ενώνεται
                 να προχωράει μπροστά
                 να αλαλάζει.
Θα φτάσει: θα φτάσει:
θα λυγίσει:
το σίδερο, το σίδερο, το αίμα.
                            Βογγάω νύχτες ολόκληρες
                            κι από τις πληγές μου
                            τρέχει κρασί και νοσταλγία.
                            Τα σωθικά μου φλέγονται
                            στα υπόγεια ρεύματα της επανάστασης.
                            Ουρλιάζω
                            στης μαύρης θάλασσας τα ανομολόγητα ερέβη
                            της ουτοπίας το τοπίο.
                                    ---

Τελειώνουν κάποτε όλα.
Μια μικρή βάρκα χάνεται στο πέλαγος.
 Μια ξεχασμένη λεπτομέρεια έρχεται ξαφνικά.
Όλο και πιο αργά ξημερώνουν οι νύχτες.
Η τρέλα των ατέρμονων ερώτων.
Το αγαπημένο βάσανο της αγάπης.
Όλο και λιγότερο φοβόμαστε σ’ αυτή την έρημο,
γιατί ξέρουμε πως δεν θα προλάβουμε
 γιατί αγγίξαμε την ομορφιά και κατεβαίνουμε ήσυχοι πια
στο τραπέζι των έντεκα πληγωμένων.
Τελειώνουν κάποτε όλα
με το γλυκό χαμόγελο του χωρισμού
με τη σιγουριά της αντάμωσης.
Όλο και λιγότερο διακρίνεται το άσπρο πανί
 στο απέραντο μπλε της ψυχής μας.
                                    ---


Είμαι εδώ. Στις φλόγες
των κεντρικών οδών.
Να παραληρώ,
λυγισμένος από τα μέταλλα
στη λήθη αφημένος,
στις φυλακές του ανέφικτου
χωρίς έλεος να λιώνω.
Είμαι εδώ
τους λόγους να εκφωνώ
τις δικαιολογίες να εξυφαίνω.
Είμαι εδώ
στην οδύνη των κεντρικών οδών
με λύπη
τα πήλινα πρόσωπα να προσπερνώ.
Είμαι εδώ
γιατί χάθηκαν τα σχέδια της απόδρασης.
                                    ---

Αν αποφασίσουμε κάποτε,
- με πλήρη διαύγεια, έστω-
να δώσουμε νέα ονόματα στις οδούς να ελευθερώσουμε τα όνειρα,
να καταφέρουμε εν τέλει να χαθούμε
μόνοι, σχεδόν όρθιοι
και περήφανοί
Τότε,
ένα κλειστό λιμάνι
θα μας αγκαλιάσει
και στις ανοιχτές πόρτες
των καπηλειών του
οι φίλοι που χάθηκαν
οι μουσικές που κάποτε μας ταξίδεψαν
οι έρωτες που δεν ήρθαν…………
τότε στ’ ανθισμένα ερείπια θα βαδίσουμε.
Τότε ίσως στα παλιά ερείπια
να περπατήσουμε ξανά. 
                                    ---

Ουρλιάζω Ιπαραγέρε
Τα φίδια διώχνω- φωτιές ανάβω
δεν έχω χέρια
στους υπονόμους είδα τα παιδιά σου,
κωφάλαλα στην απέραντη μοναξιά,
στο ακρωτήρι,
να ονειρεύονται την αθανασία των σκουριασμένων λεωφορείων.
(Σε μια πάροδο
Τοποθετώντας τα εκρηκτικά-
δώρο του Νέστορα στο μέλλον).
Ουρλιάζω Ιπαραγέρε
άνοιξε την πόρτα στο ποτάμι
το μαύρο αίμα σου να παίζει
τις νύχτες των ωκεανών.